Πριν γίνει σκηνή για τον Σοφοκλή και τον Αριστοφάνη, το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν για αιώνες ένα κρυμμένο βουνό. Η ιστορία της αποκάλυψής του ξεκινά στις 15 Μαρτίου 1881, όταν ο αρχαιολόγος Παναγής Καββαδίας , γεννημένος στην Κεφαλλονιά, ο πρώτος έφορος αρχαιοτήτων της χώρας, έφτασε στην περιοχή με έναν συγκεκριμένο στόχο: να εντοπίσει το θέατρο που είχε περιγράψει ο περιηγητής Παυσανίας κατά την επίσκεψή του εκεί τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Καββαδίας είχε μελετήσει προσεκτικά κάθε διαθέσιμη αρχαία πηγή πριν φτάσει επιτόπου, στηριζόμενος κυρίως στη μαρτυρία του Παυσανία.
Ποιος ήταν ο Καββαδίας. Ο Παναγής Καββαδίας γεννήθηκε γύρω στο 1850 στον Κοθρέα της Κεφαλλονιάς. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια, με κρατική υποτροφία, συνέχισε τις σπουδές του στην αρχαιολογία στη Γερμανία, στο Μόναχο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εντάχθηκε το 1879 στην αρχαιολογική υπηρεσία ως έφορος αρχαιοτήτων Κυκλάδων και Εύβοιας, ο πρώτος τέτοιος αξιωματούχος πλάι στον γενικό έφορο. Η Επίδαυρος δεν ήταν το μοναδικό μεγάλο του εγχείρημα: το 1885 ανέλαβε τη θέση του γενικού εφόρου αρχαιοτήτων και λίγο αργότερα, μετά τον ξαφνικό θάνατο του προκατόχου του Παναγιώτη Σταματάκη, ανέλαβε να ολοκληρώσει και την ανασκαφή της Ακρόπολης των Αθηνών.
Πέρα από τις ανασκαφές, ο Καββαδίας άφησε ένα σημαντικό συγγραφικό και μουσειολογικό αποτύπωμα. Οργάνωσε την έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου καθώς και του Μουσείου της Ακρόπολης, ενώ υπήρξε παραγωγικός συγγραφέας με έργα όπως η «Ιστορία της ελληνικής καλλιτεχνίας» και το ιδιαίτερα σχετικό με την Επίδαυρο «Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών» (1900), όπου κατέγραψε τα ευρήματά του για τη λειτουργία του ιερού ως κέντρου θεραπείας στην αρχαιότητα.
Ενδιαφέρον έχει και μια προσωπική του παρατήρηση από τα χρόνια της Ακρόπολης, όπου φέρεται να είπε σε συνάδελφό του πως εκεί «θυσίασε και κατέστρεψε», μια φράση που, σύμφωνα με μεταγενέστερους ιστορικούς της αρχαιολογίας, πιθανότατα αναφερόταν στην εκχέρσωση της πυκνής βλάστησης που έκρυβε τα μνημεία, κάτι που είχε ζήσει ήδη από την εμπειρία του στην Επίδαυρο.
Ένα δάσος πάνω από τις κερκίδες. Ο εντοπισμός της θέσης δεν στάθηκε δύσκολος, καθώς το γενικό σχήμα του κοίλου διακρινόταν ακόμη στο ανάγλυφο του εδάφους. Ο ίδιος χώρος, όμως, είχε μεταβληθεί σε τόσο πυκνό δάσος ώστε ο Καββαδίας δεν κατάφερε αρχικά καν να εισχωρήσει σε αυτό. Την επόμενη κιόλας ημέρα ξεκίνησε η υλοτόμηση από συνεργείο εργατών, μια εργασία που ολοκληρώθηκε μέσα σε μία εβδομάδα σε όλη την έκταση του θεάτρου.
Η έκπληξη κάτω από τα δέντρα. Αντί να αντικρίσει το ελεύθερο κοίλο, ο αρχαιολόγος βρέθηκε μπροστά σε μια πλαγιά χωμάτων πάχους περίπου 1,5 μέτρου, αποτέλεσμα αιώνων συσσώρευσης. Ακολούθησε μακρόχρονη και συστηματική εργασία: μεταφορά τεράστιων ποσοτήτων χώματος, καθαρισμός του κοίλου και ανασκαφή της ορχήστρας και του υποσκηνίου.
Σταδιακά επανατοποθετήθηκαν πολλά από τα πεσμένα καθίσματα στην αρχική τους θέση, ενώ αποκαλύφθηκαν οι τοίχοι της σκηνής και οι είσοδοι του θεάτρου μέχρι τις πύλες του. Ένα ρωμαϊκό άγαλμα που εντοπίστηκε κοντά στη σκηνή βοήθησε να τεκμηριωθεί ότι το θέατρο παρέμεινε σε χρήση μέχρι τα τελευταία ρωμαϊκά χρόνια.
Πώς χάθηκε το θέατρο. Σύμφωνα με την ανάλυση του ίδιου του Καββαδία, η καταστροφή φαίνεται πως ξεκίνησε με την κατάρρευση του ημικυκλικού τείχους γύρω από το κοίλο. Η υλοτόμηση ή άλλες αιτίες πυροδότησαν στη συνέχεια κατολισθήσεις χωμάτων από το Κυνόρτιο όρος, που σκέπασαν μεγάλο μέρος των κερκίδων. Αργότερα, ένας ισχυρός σεισμός φαίνεται πως προκάλεσε ζημιά στο διάζωμα, τον διάδρομο που χώριζε το κοίλο σε άνω και κάτω ζώνη, μετατοπίζοντας τα περισσότερα καθίσματα και ρίχνοντας τελικά και τη σκηνή.
Με την επικράτηση του χριστιανισμού, ο χώρος εγκαταλείφθηκε σταδιακά· η σκηνή φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως κατοικία, ενώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κατασκευάστηκε ακόμη και καμίνι στην ανατολική της πλευρά. Τον 18ο αιώνα, ο Άγγλος περιηγητής Chandler βρήκε το θέατρο σκεπασμένο από θάμνους, και ανέφερε ότι οι Οθωμανοί είχαν μεταφέρει από εκεί έναν μαρμάρινο θρόνο και αγάλματα στο Άργος και το Ναύπλιο. Παραδόξως, ήταν ακριβώς αυτή η συσσώρευση χωμάτων και βλάστησης που έσωσε το μνημείο από περαιτέρω λεηλασία, παρότι οι ρίζες των δέντρων ανάμεσα στους αρμούς των λίθων είχαν ήδη μετατοπίσει και καταστρέψει αρκετά καθίσματα.
Η συμβολή των κατοίκων του Λυγουριού. Η ανασκαφή δεν θα ήταν δυνατή χωρίς μια εντυπωσιακή χειρονομία της τοπικής κοινότητας. Το 1879, σαράντα κτηματίες του Λυγουριού υπέγραψαν συμβολαιογραφική πράξη παραχωρώντας τα δικαιώματά τους στην Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών, ώστε να διεξαχθούν ελεύθερα οι ανασκαφές στα χωράφια τους, με αντάλλαγμα τη διάνοιξη του δρόμου Ναυπλίου–Λυγουριού.
Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες που διασώθηκαν στην περιοχή, οι εργάτες αμείβονταν με μισό δραχμής (50 λεπτά) την ημέρα, ενώ γυναίκες της περιοχής καθάριζαν επί ώρες το μάρμαρο με τα ίδια τους τα χέρια, χωρίς εργαλεία, για να μη φθαρούν οι επιφάνειες των αρχαίων λίθων.
Μετά τον Καββαδία. Ο ίδιος ο αρχαιολόγος επέβλεψε και μεταγενέστερες αναστηλωτικές εργασίες το 1907, πριν πεθάνει το 1928. Το έργο του συνεχίστηκε δεκαετίες αργότερα από τον Αναστάσιο Ορλάνδο (1954-1963) και από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (1988-2016), χάρη στις οποίες το θέατρο έχει ανακτήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου την αρχική του μορφή, με εξαίρεση το σκηνικό οικοδόμημα, από το οποίο σώζονται πλέον μόνο τα θεμέλια.
















