Παραστάσεις “σταθμοί” που “ανέβηκαν” στην Επίδαυρο και έμειναν στην ιστορία, από το 1938 έως το 2008.
«Ηλέκτρα», 1938. Πρόκειται για την πρώτη σύγχρονη παράσταση που ανέβηκε στο αρχαίο θέατρο, μια πρωτοβουλία που σηματοδότησε την επιστροφή του δράματος στον χώρο ύστερα από αιώνες σιωπής. Σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, το έργο παίχτηκε χωρίς κανένα σκηνικό και χωρίς τεχνητό φωτισμό, καθώς ο χώρος δεν διέθετε ακόμη ηλεκτροδότηση· έτσι, η παράσταση εξελίχθηκε αποκλειστικά στο φυσικό φως του απογεύματος, προσδίδοντας στην εμπειρία μια σχεδόν τελετουργική διάσταση. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρέθηκαν δύο από τις σημαντικότερες ηθοποιούς της εποχής, η Κατίνα Παξινού και η Ελένη Παπαδάκη, ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ανέστειλε σύντομα κάθε προσπάθεια να καθιερωθεί αμέσως ως τακτικός θεσμός.
«Εκάβη», 1955. Η παράσταση αυτή αποτέλεσε την επίσημη πρεμιέρα του θεσμού όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, καθώς η ημερομηνία παρουσίασής της συνέπεσε σκόπιμα με την επίσημη έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών. Σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, η Κατίνα Παξινού επέστρεψε στο αρχαίο θέατρο σε έναν ακόμη απαιτητικό ρόλο, πλαισιωμένη από την Άννα Συνοδινού στον ρόλο της Πολυξένης. Η συνεργασία των δύο αυτών μεγάλων ονομάτων του ελληνικού θεάτρου έδωσε στην παράσταση μια βαρύτητα που τη μετέτρεψε άμεσα σε σημείο αναφοράς για τα επόμενα χρόνια.
«Αντιγόνη», 1956. Η συγκεκριμένη παράσταση έμεινε γνωστή όχι μόνο για την καλλιτεχνική της αξία αλλά και για τον όγκο του κοινού που προσέλκυσε, τόσο μεγάλο ώστε να προκληθούν έκτροπα και συνωστισμός στις κερκίδες λόγω υπερπλήρωσης.
«Λυσιστράτη», 1957. Πρόκειται για την πρώτη αρχαία κωμωδία που ανέβηκε ποτέ στο αρχαίο θέατρο, ανοίγοντας έτσι επίσημα τον δρόμο για την παρουσία του Αριστοφάνη στο ρεπερτόριο της Επιδαύρου. Τη μουσική της παράστασης υπέγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, ενώ στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρέθηκε η Μαίρη Αρώνη. Η επιτυχία αυτής της πρώτης απόπειρας απέδειξε ότι το αρχαίο θέατρο μπορούσε να φιλοξενήσει με την ίδια άνεση τόσο την τραγωδία όσο και την κωμωδία, διευρύνοντας σημαντικά το θεατρικό ρεπερτόριο του θεσμού.
«Νόρμα» και «Μήδεια», 1960-1961. Για δύο συνεχόμενα καλοκαίρια η Μαρία Κάλλας εμφανίστηκε στην Επίδαυρο ερμηνεύοντας όπερα αντί για κλασικό δράμα, μια απόφαση που δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο τότε γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου εξέφρασε ανοιχτά τις ανησυχίες του, καθώς θεωρούσε πως η είσοδος του μελοδράματος στο πρόγραμμα υπονόμευε την έως τότε αποκλειστική σχέση του θεάτρου με το αρχαίο δράμα. Παρά τις αντιδράσεις αυτές, οι δύο εμφανίσεις της Κάλλας παραμένουν από τις πλέον θρυλικές στιγμές της ιστορίας του θεσμού.
«Όρνιθες», 1975. Η αναβίωση του έργου από τον Κάρολο Κουν, με τον θίασο του Θεάτρου Τέχνης, πραγματοποιήθηκε λίγο μετά τη Μεταπολίτευση και απέκτησε ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Η παράσταση αυτή σηματοδότησε ουσιαστικά το τέλος μιας εικοσαετίας κατά την οποία το Εθνικό Θέατρο διατηρούσε αποκλειστική παρουσία στο αρχαίο θέατρο, ανοίγοντας τον δρόμο σε νέα σχήματα και σκηνοθετικές προσεγγίσεις που θα εμπλούτιζαν στο εξής το ρεπερτόριο της Επιδαύρου.
«Ορέστεια», 1980. Η παράσταση αυτή, σε σκηνοθεσία και πάλι του Κάρολου Κουν, φιλοξένησε τη μοναδική εμφάνιση της Μελίνας Μερκούρη ως πρωταγωνίστριας στο αρχαίο θέατρο. Πέρα από την καλλιτεχνική της αξία, η παράσταση αποδείχθηκε και μεγάλη εμπορική επιτυχία, προσελκύοντας πλήθος θεατών που ήθελαν να παρακολουθήσουν τη γνωστή ηθοποιό σε έναν ρόλο τόσο διαφορετικό από τον κινηματογράφο.
«Επιτρέποντες», 1980. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος επέλεξε να παρουσιάσει στην Επίδαυρο τον Μένανδρο, ένα όνομα που έως τότε παρέμενε άγνωστο στο αργολικό θέατρο. Η πρωτοτυπία της παράστασης έγκειτο στον διαχωρισμό της σε πέντε διαφορετικές ενότητες, καθεμία από τις οποίες υιοθετούσε διαφορετικό ύφος —από τους παλαιομοδίτικους κοθόρνους και τις μάσκες μέχρι τη μελοδραματική Ελλάδα της δεκαετίας του 1950— δημιουργώντας έτσι ένα ταξίδι μέσα στην ιστορία του θεάτρου.
«Ελένη», 1982. Η σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από το Παρίσι, προκάλεσε αίσθηση με τη νεωτερική της ματιά. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η γυμνόστηθη εμφάνιση της Λυδίας Φωτοπούλου στον ρόλο της Θεονόης, καθώς και η χρήση βεγγαλικών και σιντριβανιών επί σκηνής, στοιχεία που ξένισαν μέρος του κοινού, ενώ γι άλλους συνέβαλαν στο να μείνει η παράσταση αξέχαστη.
«Άλκηστη», 1984. Η ανάγνωση του Γιάννη Χουβαρδά για το έργο του Ευριπίδη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις εξαιτίας μιας ερωτικής σκηνής που εκτυλισσόταν πάνω σε φωτισμένο γυάλινο πατάρι. Η αντίδραση ήταν τόσο έντονη ώστε η ηθοποιός Άννα Συνοδινού αποχώρησε επιδεικτικά από την παράσταση και στη συνέχεια δημοσίευσε άρθρο καταγγέλλοντας τη σκηνή ως ανάρμοστη για τον ιερό αρχαιολογικό χώρο, πυροδοτώντας μια από τις πιο γνωστές δημόσιες αντιπαραθέσεις γύρω από μια παράσταση της Επιδαύρου.
«Πλούτος», 1985. Ο Ιταλός σκηνοθέτης Λούκα Ρονκόνι επέλεξε μια εντυπωσιακή σκηνογραφική λύση, γεμίζοντας ολόκληρη την ορχήστρα του θεάτρου με έναν αυθεντικό σιτοβολώνα από στάχυα, μέσα στον οποίο κινούνταν οι ηθοποιοί. Στα στοιχεία που έμειναν αξέχαστα από την παράσταση συγκαταλέγεται και η εμφάνιση ενός πραγματικού αυτοκινήτου επί σκηνής, μια τολμηρή επιλογή για τα δεδομένα της εποχής.
«Λυσιστράτη» και «Αντιγόνη», 1986 και 1990. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη έκανε το ντεμπούτο της στην Επίδαυρο με τη «Λυσιστράτη», μια παράσταση που προσέλκυσε τόσο μεγάλο κοινό ώστε θεατές να φτάνουν στον χώρο ακόμη και με σκάφη αναψυχής. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η εμφάνισή της ως Αντιγόνη δέχθηκε ιδιαίτερα αυστηρή κριτική τόσο από δημοσιογράφους όσο και από συναδέλφους της, χωρίς ωστόσο αυτό να εμποδίσει το θέατρο να γεμίσει για ακόμη μία φορά ασφυκτικά.
«Βάκχες», 1997. Η παραγωγή αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο μιας σοβαρής διαμάχης πριν καν ανέβει στη σκηνή, καθώς οι αρχαιολόγοι της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων εξέφρασαν έντονες ανησυχίες για το βάρος και το μέγεθος του προτεινόμενου σκηνικού, που αναπαριστούσε ένα σφαγείο με σφαχτάρια. Το σκηνικό παρέμεινε άστητο επί τέσσερις ημέρες, μέχρι να παρέμβει προσωπικά ο τότε υπουργός Πολιτισμού προκειμένου να δοθεί τελικά η απαραίτητη άδεια για το ανέβασμα της παράστασης.
«Μήδεια», 2008. Η σκηνοθεσία του Ρώσου Ανατόλι Βασίλιεφ αποτέλεσε μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση στο κλασικό κείμενο, τόσο ώστε μέρος του κοινού αντέδρασε έντονα, γιουχάριζοντας και πετώντας ακόμη και κέρματα προς τους ηθοποιούς για διάστημα σχεδόν μίας ώρας πριν από το τέλος της παράστασης. Το περιστατικό αυτό παραμένει ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα της έντασης που μπορεί να προκαλέσει μια τολμηρή σκηνοθετική επιλογή στο απαιτητικό κοινό της Επιδαύρου.
















