Για δεκαετίες, η Επίδαυρος ήταν συνώνυμη με μια αμιγώς φυσική ακουστική εμπειρία: ο ηθοποιός μιλούσε, η φωνή του ταξίδευε μόνη της μέχρι την τελευταία κερκίδα, χωρίς καμία τεχνική παρέμβαση. Τις τελευταίες δύο περίπου δεκαετίες, όμως, η εικόνα αυτή έχει αλλάξει αισθητά: η χρήση μικρών ασύρματων μικροφώνων, έχει γίνει, σύμφωνα με πολλούς ανθρώπους του θεάτρου, «συνηθισμένη πλέον πρακτική» στο αρχαίο θέατρο. Η εξέλιξη αυτή δεν συνδέεται τόσο με αλλαγές στο ίδιο το μνημείο, όσο με αλλαγές στον τρόπο σκηνοθεσίας: σύγχρονες παραστάσεις συχνά ζητούν από τους ηθοποιούς να γυρίζουν την πλάτη στο κοινό, να μιλούν χαμηλόφωνα σε πιο ρεαλιστικό ύφος, ή να συνυπάρχουν με μουσική underscoring που καλύπτει τον φυσικό λόγο, επιλογές που, σε αντίθεση με την παραδοσιακή μετωπική εκφορά του λόγου, δυσκολεύουν να ακουστεί καθαρά ο ηθοποιός χωρίς ηλεκτροακουστική ενίσχυση.
Η ίδια η ακαδημαϊκή έρευνα, έχει επιβεβαιώσει ότι η καλή ακουστική του θεάτρου δεν μεταβάλλεται σημαντικά ακόμη και με την παρουσία ήσυχου ακροατηρίου, κάτι που τροφοδοτεί περαιτέρω το επιχείρημα όσων θεωρούν την τεχνητή ενίσχυση περιττή.
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει ανοιχτό: αν η Επίδαυρος φημίζεται εδώ και αιώνες για την «τέλεια» ακουστική της, γιατί μέρος της σύγχρονης θεατρικής παραγωγής θεωρεί απαραίτητη τη χρήση μικροφώνων; Το ζήτημα κρύβει, ουσιαστικά, ένα ερώτημα φυσικής: πόσο πραγματικά «τέλεια» είναι η ακουστική του πιο διάσημου αρχαίου θεάτρου στον κόσμο, και τι ακριβώς αποδεικνύει η επιστήμη γι’ αυτήν;
Η πιο διάσημη εκδοχή του θρύλου λέει ότι από την τελευταία σειρά των 14.000 θέσεων μπορεί κανείς να ακούσει ένα σπίρτο να ανάβει ή ένα κέρμα να πέφτει στην ορχήστρα, μια ιστορία που έχει επαναληφθεί από ξεναγούς και ταξιδιωτικούς οδηγούς επί δεκαετίες.
Η φήμη της Επιδαύρου για την ακουστική της δεν είναι σύγχρονη εφεύρεση.
Ήδη τον 1ο αιώνα π.Χ., ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Βιτρούβιος είχε παρατηρήσει με θαυμασμό πώς οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διαρρυθμίσει τα καθίσματα «σύμφωνα με την επιστήμη της αρμονίας», ώστε οι φωνές των ηθοποιών να ακούγονται καθαρότερα σε όλο το κοίλο.
Το θέατρο, έργο του αρχιτέκτονα Πολύκλειτου του Νεότερου τον 4ο αιώνα π.Χ., θεωρείται έκτοτε ένα από τα πιο ολοκληρωμένα δείγματα αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής ακριβώς λόγω αυτής της φήμης.
Η θεωρία του «φίλτρου καθισμάτων». Η πρώτη σύγχρονη επιστημονική εξήγηση δημοσιεύτηκε το 2007 στο έγκυρο Journal of the Acoustical Society of America, από τον Βέλγο ερευνητή Νίκο Ντεκλέρκ (τότε στο Georgia Institute of Technology) και τη μηχανικό Σίντι Ντεκάιζερ. Ο Ντεκλέρκ ξεκίνησε την έρευνα υποθέτοντας ότι η εξαιρετική ακουστική οφειλόταν σε επιφανειακά ηχητικά κύματα που «σκαρφάλωναν» το κοίλο με ελάχιστη απόσβεση· τα ευρήματά του, όμως, τον οδήγησαν αλλού.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το σχήμα και η διάταξη των αυλακωτών, ασβεστολιθικών καθισμάτων λειτουργούν σαν φυσικό φίλτρο: σκεδάζουν και αποδυναμώνουν τους χαμηλόσυχνους ήχους, όπως τον θόρυβο του πλήθους ή τον άνεμο, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπουν στις υψίσυχνες συνιστώσες της ανθρώπινης φωνής να φτάνουν καθαρά ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες θέσεις.
Με απλά λόγια, το ίδιο το θέατρο φιλτράρει τον «θόρυβο» και αφήνει να περάσει ο «λόγος», κάτι που ούτε ο ίδιος ο ερευνητής περίμενε αρχικά. Μεταγενέστερη μελέτη, δημοσιευμένη το 2013 στο περιοδικό Acta Acustica united with Acustica από ομάδα Ελλήνων ερευνητών (Ψαρράς, Χατζηαντωνίου, Κουντούρας, Τάτλας, Μουρτζόπουλος και Σκαρλάτος), βασίστηκε σε πραγματικές ακουστικές μετρήσεις επί τόπου στο θέατρο και επιβεβαίωσε πειραματικά τα ευρήματα της αρχικής θεωρητικής μελέτης, ιδιαίτερα στις χαμηλές συχνότητες.
Μια αμφισβήτηση. Το 2017, όμως, ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Άιντχόφεν στην Ολλανδία αμφισβήτησε ανοιχτά αυτή την εικόνα. Οι επιστήμονες τοποθέτησαν είκοσι μικρόφωνα σε δώδεκα σημεία του θεάτρου και πραγματοποίησαν πάνω από 2.400 ηχογραφήσεις, ανάμεσά τους ένα κέρμα που έπεφτε, ένα χαρτί που σκιζόταν και έναν ψίθυρο.
Το συμπέρασμά τους ήταν ξεκάθαρο: μόνο όταν κάποιος φώναζε δυνατά μπορούσαν οι λέξεις να γίνουν κατανοητές στις ψηλότερες θέσεις, όχι όταν έπεφτε ένα νόμισμα ή σκιζόταν ένα χαρτί. Με άλλα λόγια, κατέληξαν πως ο θρύλος της «τέλειας» ακουστικής, όπως τουλάχιστον διατυπώνεται συνήθως στους επισκέπτες, είναι μάλλον υπερβολή.
Η απάντηση των κλασικιστών. Η έρευνα αυτή δεν έμεινε αναπάντητη. Ο Άρμαντ Ντ’ Ανγκούρ, αναπληρωτής καθηγητής κλασικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, επεσήμανε ότι το σημερινό θέατρο δεν είναι πανομοιότυπο με εκείνο των κλασικών χρόνων: έχει υποστεί αναστηλώσεις και μετατροπές αιώνων, οπότε δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος ότι ο ήχος διαδίδεται σήμερα ακριβώς όπως τότε.
Πρόσθεσε επίσης ότι οι αρχαίοι ηθοποιοί πιθανότατα χρησιμοποιούσαν ειδικές τεχνικές προβολής της φωνής και προσωπεία σχεδιασμένα ώστε να ενισχύουν την ακουστική τους παρουσία, παράγοντες που καμία σύγχρονη μέτρηση με μικρόφωνα δεν μπορεί να αναπαραγάγει πλήρως.
















