Δύο γυναίκες, η Μαρία Πολυδούρη και η μητέρα του Κώστα Καρυωτάκη, Κατήγκω Σκάγιαννη συναντιόνται για πρώτη φορά επί σκηνής μετά την αυτοκτονία του. Στη προσπάθεια τους να κρατήσουν τη μνήμη του ζωντανή αλλά κυρίως να επουλώσουν το προσωπικό τους τραύμα επιχειρούν να ανιχνεύσουν τα κίνητρα που τον οδήγησαν στο τραγικό του τέλος. Με αφορμή τον κοινό τους παρονομαστή, οι δύο γυναίκες φέρνουν επί σκηνής τον δικό τους κόσμο, την δική τους εποχή, η οποία δεν διαφέρει και τόσο από την δική μας. Μέσα από δύο παράλληλους μονολόγους που άλλοτε αλληλοσυμπληρώνονται και άλλοτε αντικρούονται καταθέτουν τις προσωπικές τους αναμνήσεις και αντανακλούν μια εποχή διεκδικήσεων και ψευδαισθήσεων που στιγμάτισε ανεξίτηλα την ιδιοσυγκρασία τους.
Η εποχή που έζησε και έδρασε o Καριωτάκης 1920-1930, μολονότι απέχει φαινομενικά από τη δική μας, χαρακτηρίζεται εντούτοις από τον ίδιο κοινωνικό αναβρασμό, την τάση αμφισβήτησης, τον διχασμό, το αδιέξοδο του ανθρώπου να πραγματοποιήσει τα όνειρα του χωρίς να μπορεί να αφομοιώσει τις κοινωνικές επιταγές που του επιβάλλει το περιβάλλον του. Αυτό το ιδεολογικό περιεχόμενο καθιστά τη ποίηση και τη ζωή του Καρυωτάκη περισσότερο επίκαιρη από ποτέ και για το λόγο αυτό μπορεί να συνομιλήσει με το σύγχρονο θεατή.
Σημείωμα σκηνοθέτη
Η παράσταση αυτή επιχειρεί να ψηλαφήσει το μετασεισμικό αποτύπωμα μιας μεγάλης απουσίας, προσεγγίζοντας την ιστορία μέσα από τα μάτια και τις ψυχές δύο γυναικών που επιβιώνουν του θανάτου του Καριωτάκη. Μέσα από τη συνύπαρξή τους, το έργο ανιχνεύει την κοινωνική γυναικεία μορφή και την εξέλιξή της μέσα στο χρόνο: από τη μία πλευρά, η γυναίκα-μητέρα που ορίζεται από το προστατευτικό χρέος, το βουβό χαράκωμα και την παράδοση, και από την άλλη, η αντισυμβατική, χειραφετημένη γυναίκα που διεκδικεί τη φωνή της, την ισότητα, την εργασία και την προσωπική της επανάσταση. Παρά τις ριζικές κοινωνικές τους διαφορές, αυτές οι δύο μορφές συναντιούνται και γεφυρώνονται σε μια κοινή, βαθιά ψυχική κατάσταση, έναν ενδιάμεσο, σχεδόν μεταφυσικό τόπο μνήμης και φθοράς, όπου ο πόνος της απώλειας, η ερημιά και η ανάγκη για σύνδεση τις ενώνουν κάτω από το ίδιο βάρος. Έτσι, ενσαρκώνουν απόλυτα την αλληγορία για τις «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες» του ποιήματος, όσο κι αν εκείνος τις απωθούσε στο σκοτάδι του, εκείνες επέμεναν να κρατιούνται από μια εύθραυστη ελπίδα. Αυτή ακριβώς η τυφλή προσπάθεια να πλησιάσουν το φως του ήταν που τις διέβρωσε, τεντώνοντας τις χορδές τους μέχρι το όριο και αφήνοντάς τις στο τέλος φθαρμένες και σιωπηλές, να παράγουν έναν κοινό, ραγισμένο ήχο μέσα από τα ερείπια της απώλειάς τους.
















