Δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που δικαιούνται τόσο αβίαστα τον χαρακτηρισμό «καλλιτέχνης» με την πλήρη έννοια της λέξης. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου δεν μοιάζει να «κάνει» τέχνη. Μοιάζει να κατοικεί μέσα της.
Το ραντεβού ήταν αρχικά σε ένα καφέ δίπλα στο σπίτι του, στα Εξάρχεια. Τελικά τον συναντήσαμε στον Πειραιά, στο Δημοτικό Θέατρο, εκεί όπου αυτή την περίοδο παίζει στο «Τζένη Τζένη». Μας το είπε πολλές φορές, σχεδόν με παιδική χαρά: πόσο χάρηκε που δεν αναβάλαμε τη συνέντευξη και πήγαμε τελικά να τον βρούμε εκεί, σ’ αυτό το μέρος. Και αυτή η χαρά πέρασε από την πρώτη στιγμή και στη δική μας συνάντηση. Καθίσαμε σ’ έναν μικρό δωμάτιο των παρασκηνίων, σχεδόν κρυμμένο πίσω από τη σκηνή περνώντας από δαιδαλώδεις διαδρόμους, και εντέλει μπροστά από μια πόρτα που έγραφε: «Αίθουσα Συγχαρητηρίων».
Και κάπως έτσι άρχισε η κουβέντα. Χωρίς αμηχανία, χωρίς επισημότητα, με τη ζεστασιά ενός ανθρώπου που δεν απαντά απλώς σε ερωτήσεις αλλά ξετυλίγει ιστορίες. Μιλούσε, γελούσε, άλλαζε φωνές, ζωγράφιζε στον αέρα με τα χέρια του, θυμόταν πρόσωπα, γύριζε χρόνια πίσω και ξανά στο παρόν.
Πως η ματιά του εικαστικού περνάει στο σώμα του ηθοποιού, η μνήμη γίνεται αφήγηση, η καθημερινότητα μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε εικόνα, ιστορία, χιούμορ ή συγκίνηση.
Στον κόσμο του Άγγελου Παπαδημητρίου δεν υπάρχουν αυστηρά σύνορα ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο. Μια μεγάλη μορφή της τέχνης και μια γάτα μπορούν να προκαλέσουν το ίδιο δέος. Ένα παιδικό βίωμα μπορεί να εξηγήσει μια καλλιτεχνική επιλογή δεκαετίες αργότερα…
Και ίσως εδώ βρίσκεται και μια απάντηση στο ερώτημα τι είναι ο Άγγελος Παπαδημητρίου.
Είναι ένας καλλιτέχνης που αρνήθηκε να περιοριστεί. Που δεν δέχτηκε ποτέ ότι πρέπει να είναι μόνο ζωγράφος, μόνο ηθοποιός, μόνο τραγουδιστής. Που κράτησε την ελευθερία του παιδιού που ζωγράφιζε, τραγουδούσε, έπλαθε και έπαιζε χωρίς να αναρωτιέται σε ποια κατηγορία ανήκει αυτό που κάνει.
Και μάλλον, τελικά, αυτή είναι η απάντηση για το πώς μπορεί κανείς να παραμένει σε όλη του τη διαδρομή αυτό που ο ίδιος μοιάζει να θεωρεί αυτονόητο: παρών.

Φωτογραφίες – Επιμέλεια Συνέντευξης: Μάνια Δουρίδα
Κείμενο – Ερωτήσεις: Γιώτα Παπαδοχριστοπούλου
Theatroland: Θέλω να μας πείτε πώς προσεγγίσατε τον ρόλο σας, τη θεία Ματίνα, μέσα σε ένα έργο που κουβαλάει τόσo δυνατές μνήμες και αναφορές στο ελληνικό κοινό.
Άγγελος Παπαδημητρίου: Κατ’ αρχάς με παίρνει ο Καραθάνος στο τηλέφωνο, με τον οποίο έχουμε κάνει μεγάλες επιτυχίες: «Γκόλφω», «Δεκαήμερο», «Σιρανό ντε Μπερζεράκ», «Βυσσινόκηπος», «Όρνιθες», και μου λέει «Θέλω να είμαστε πάλι μαζί». Ο οποίος Νίκος την πρώτη φορά που γνωριστήκαμε με έχει πάρει κυριολεκτικά από τον δρόμο… Περπατάγαμε με κάποιον κοινό γνωστό και με γνώρισε: «Κύριε Παπαδημητρίου, θέλετε να παίξετε τον μεγαλύτερο ρόλο που υπάρχει στο θέατρο;» Λέω: «Πού με έχεις δει;» «Πουθενά», μου λέει. Λέω: «Καλά, χριστιανέ μου…» «Θέλω την αύρα σας…». «Να έρθω», του λέω. «Άμα δεις ότι δεν σου κάνω, να πω ότι είμαι άρρωστος, να φύγω…» Οπότε συνεργαστήκαμε υπέροχα σε τόσα έργα. Με παίρνει τώρα: «Λοιπόν, θα ’ρθεις;» «Νίκο μου, δεν μπορώ να σου αρνηθώ, το ξέρεις πολύ καλά». «Να, βρε, να σου πω τι θα κάνεις», μου λέει, «γιατί μήπως δεν θέλεις». «Νίκο, ό,τι και να μου πεις θα το κάνω». «Βρε, να σου πω», μου λέει. «Πες το». «Την αδερφή μου». . «Ε, θα το κάνω. Δυο φορές τώρα θα το κάνω». Και ερμηνεύω τον ρόλο που έκανε η Ελένη Ζαφειρίου. Το ίδιο έτσι απλά αλλά και με άλλο βάθος.
TL: Χωρίς καμιά προσπάθεια…
Α.Π.: Αυτό είναι το μυστικό.
TL: Και αυτό σκεφτόμουν. Με έκανε να σκεφτώ… Δεν ενσαρκώνετε κάποιον ρόλο.
Α.Π.: Ο ρόλος ενσαρκώνεται. Ακριβώς. Λόγω και του εικαστικού, έχω και τη γνώση του εικαστικού. Δηλαδή ούτε κουνήματα, ούτε γκριμάτσες… Τίποτα. Είμαι αυτό που είμαι. Είμαι ο Άγγελος Παπαδημητρίου και αυτή τη στιγμή είμαι η αδερφή του Νίκου.
TL: Και κάτι που είναι μοναδικό επίσης, ότι μετά δεν μπορούμε να φανταστούμε κάποιον άλλον να παίξει αυτόν τον ρόλο με αυτόν τον τρόπο.
Α.Π.: Ακριβώς. Γιατί δεν τον παίζω σαν ηθοποιός. Τον παίζω σαν ψυχή. Λέω, είμαι αυτό. Ήρθε ένας ηθοποιός παλιός από το Εθνικό, και μου λέει: «Κύριε Παπαδημητρίου, να σας δώσω συγχαρητήρια όχι γι’ αυτό που κάνατε, γι’ αυτό που δεν κάνατε». Δηλαδή, που δεν έπαιξα συμβατικά τον ρόλο.
TL: Και η σκηνή που ερμηνεύετε το «Μεγάλο μυστικό μου»;
Α.Π.: Μου είχαν φτιάξει τρία φορέματα. Μια ρόμπα, ένα πολυτελές για το βράδυ κι ένα άλλο για το πάρτι. Και μόλις με βλέπει ο Νίκος με τη ρόμπα, μου λέει: «Να σε παρακαλέσω κάτι; Μην αλλάξεις τίποτα. Σε όλη τη διάρκεια μόνο τη ρόμπα να φορέσεις». Και αυτό είναι η συγκίνηση. Αυτή η γυναίκα με την ρόμπα βγαίνει και λέει το τραγούδι «Το μεγάλο μυστικό μου».
Γιατί αυτοί οι μαγικοί άνθρωποι, οι μοναχικοί, κάτι θείες που μένουν στα σπίτια, κάτι γεροντοπαλίκαρα που λέμε, πληγωμένοι άνθρωποι, για χρόνια μέσα το σπίτι είχαν ένα πάθος μέσα τους, είχαν κόσμο ψυχικό όχι σαχλαμάρες. Μιλάμε για μεγάλους έρωτες, κρυφούς έρωτες, μεγάλα πάθη. Αυτά τα ξέρεις πια μεγαλώνοντας και είπα θα το παίξω έτσι. Γνωρίζω τις ψυχές αυτές. Δεν με ενδιαφέρει ποιος είμαι. Ξέρω τι είναι αυτές.
Ή αυτοί. Στην «Γκόλφω» έκανα τον αρχιτσέλιγκα, τον Ζήση. Πήγε ο Καραθάνος και είπε στον Χουβαρδά που ήταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, «Θέλω τον Άγγελο Παπαδημητρίου να κάνει τον τσέλιγκα». Λέει ο Γιάννης, που γνωριζόμαστε από παιδιά και είμαστε φίλοι: «Είναι κι άλλος Άγγελος Παπαδημητρίου;» «Όχι, ο δικός μας. Ο δικός μας θα κάνει τον τσέλιγκα». Αλλά εγώ θέλω εμπιστοσύνη. Δηλαδή, ο Νίκος μού προσφέρει το πεδίο δράσης, το ελεύθερο.
TL: Είναι και αυτή η υπέροχη στιγμή που σας δίνει το μικρόφωνο η Χαρούλα Αλεξίου.
Α.Π.: Μεγάλη περίπτωση. Το τελευταίο μεγάλο γεγονός που έχει ενώσει τους Έλληνες. Η φωνή της Χαρούλας. Η φωνή της μας ένωσε για τελευταία φορά. Μετά διαλυθήκαμε σαν λαός. Είναι πολύ μεγάλη περίπτωση. Εγώ της είχα πει από τότε: «Εσύ θα γίνεις η μεγαλύτερη τραγουδίστρια της Ελλάδος». Και μου λέει: «Έλα, βρε… Το λες γιατί μ’ αγαπάς». Και μου λέει «Μα υπάρχει η Γαλάνη». Η Γαλάνη είχε βγει πιο μπροστά. Που σε ποιον δεν αρέσει πολύ η Γαλάνη, δεν έχει σημασία. «Άσε τα τεχνικά», της λέω, «εσύ είσαι αυτό». Η μεγαλύτερη φωνή εν ζωή. Η Χαρούλα είναι Αιγοκερίνα. Οι Αιγόκεροι δεν αγαπάνε, εκτιμάνε. Πρώτα εκτιμάνε και μετά αγαπάνε.
TL: Το θέλετε κι εσείς αυτό στη ζωή σας;
Α.Π.: Μ’ αρέσει αυτό.
TL: Την εκτίμηση περισσότερο;
Α.Π.: Να είναι μαζί. Τι σημαίνει από μόνο του, σ’ αγαπάω… Να με εκτιμήσεις και να με αγαπήσεις.. Να με αγαπήσεις, αφού με εκτιμήσεις πρώτα.
TL: Τι ανακαλύψατε για τον χαρακτήρα σας στις πρόβες που ίσως δεν ήταν εμφανές με την πρώτη ανάγνωση του έργου; Υπάρχει κάτι;
Α.Π.: Υπάρχει, υπάρχει. Ότι αυτόν τον χαρακτήρα τον φέρω μέσα μου. Δηλαδή, αυτό είναι ο ηθοποιός. Κουβαλάει χαρακτήρες μέσα. Όχι μόνο τον αδελφό του, τον πατέρα του. Κουβαλάει όλα τα φύλα. Αυτές είναι συμπεριλήψεις.
TL: Και για τον συγκεκριμένο ρόλο, δηλαδή γι’ αυτή τη γυναίκα;
Α.Π.: Είχα τη θεία Αφροδίτη. Πολύ, πολύ απλό. Κλείνω τα μάτια μου και λέω: «Τώρα είμαι η Αφροδίτη, η θεία Αφροδίτη». Γεμίζω με το πάθος αυτό που φαντάζομαι. Με βοηθάει ο ρόλος να δω πράγματα που δεν τα είχα δει. Κάθομαι, ψάχνω και βλέπω αυτό το πρόσωπο, αυτό το κοριτσάκι τώρα, που ξέμεινε σ’ ένα σπίτι πλουσίων και όμορφων ανθρώπων, που ερωτεύονται, και ήταν ένα πλασματάκι εκεί μέσα που κυκλοφορούσε και έλεγα: Κοίταξε… αυτό είναι το μυστικό της ζωής. Πέρασε έτσι… και καταλαβαίνω τη σημασία της.

TL: Η σχέση σας με το θέατρο πριν ασχοληθείτε επαγγελματικά ποια ήταν;
Α.Π.: Εγώ πίστευα από μικρός ότι είμαι η Σάρα Μπερνάρ. Δηλαδή, ότι είμαι πολύ καλός… Αλλά δεν ήθελα να μου το επικυρώσει κάποιος άλλος. Πίστευα ότι αν γίνει, έγινε. Έλεγε η μάνα μου κάποτε αυτό: «Τα παιδιά αν έρθουν είναι καλά. Αν δεν έρθουν, ακόμα καλύτερα». Αυτά από τους γονείς μου πέρασαν σε μένα. Αυτή η γυναίκα, έλεγα, τι λέει; Έχει πάρει έναν άνθρωπο που αγαπάει. Έχει δύο παιδιά καταπληκτικά που τα αγαπάει. Τι είναι αυτό που λέει; Είναι το κάτι παραπάνω. Από αυτήν έμαθα ότι αυτό που θέλω είναι το τέλειο αλλά και το να μην έρθει το τέλειο είναι ακόμα καλύτερα. Αυτά τα πράγματα τα μαθαίνεις από μια κουβέντα που λέει ο πατέρας σου, η μάνα σου, η γιαγιά σου, ένας γείτονας, και σου μένει αυτό.
TL: Έχετε πει ότι ήσασταν πολύ τυχερός που είχατε αυτούς τους γονείς.
Α.Π.: Βέβαια. Μας είχαν αφήσει ελεύθερους. Αυτό μ’ άφησε να χορτάσω ιστορίες πραγματικές.
TL: Να μείνουμε λίγο στο «Τζένη Τζένη». Τι διαφορετικό φέρνει η σκηνική εκδοχή της «Τζένη Τζένη» σε σχέση με την εικόνα που έχει παγιωθεί στη συλλογική μνήμη μέσα από τον κινηματογράφο;
Α.Π.: Είναι σαν να διαβάζεις ένα περιοδικό της εποχής, η παλιά «Τζένη Τζένη». Σαν να διαβάζεις το «Ρομάντσο», τον «Θησαυρό», αυτά τα περιοδικά. Και αυτό είναι σαν να διαβάζεις μια πραγματεία επάνω σ’ αυτό. Δηλαδή, μπαίνει μια σκέψη παραπάνω, σύγχρονη, και το διαλύει χωρίς όμως να το καταστρέφει. Λέει ο Νίκος: «Είναι ένα ρέκβιεμ, ένα χαρούμενο ρέκβιεμ». Το ρέκβιεμ έχει μια θλίψη, αλλά μπαίνεις μέσα. Γιατί μας αφορά σήμερα; Τι είναι αυτό; Και το κάνει σύγχρονο.
TL: Εσείς γιατί πιστεύετε ότι μας αφορά σήμερα;
Α.Π.: Εμένα προσωπικά; Γιατί έχω ζήσει την εποχή αυτή. Είμαι γεννημένος το 1952. Και δεν είναι απλώς μια εικόνα που τη θυμάμαι. Δεν είναι απλώς «το θυμίζει». Σ’ το θυμίζει και σου λέει: «Κοίτα τι δεν πρόσεξες τότε. Κοίτα τι άλλο. Πόσο βάθος έχει αυτό». Ενώ, κοίτα, όλα τα πράγματα είναι πολύ χαρούμενα, χρωματιστά, εδώ σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα και αλλιώς. Η πολιτική, το χρήμα, η εξαγορά, αποκτούν μια σύγχρονη ματιά. Και βαθαίνεις περισσότερο, χωρίς να σταματάς να αγαπάς την παλιά ταινία. Είναι όπως βλέπεις μια όμορφη κοπέλα και λες ότι δεν είναι αυτή έτσι. Έχει κάνει κι αυτό, έχει κάνει κι εκείνο, έχει κάνει και το άλλο.
TL: Υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας στις παραστάσεις του Καραθάνου, αλλά ταυτόχρονα και μια αίσθηση πολύ μεγάλης ακρίβειας. Πώς ισορροπεί ένας ηθοποιός ανάμεσα σ’ αυτά τα πράγματα;
Α.Π.: Ομολογώ, επειδή μου έχει αδυναμία, και λάθος να κάνω… Επειδή είμαι ειλικρινής και δεν είμαι τυποποιημένος, τα βγάζω μέσα από την ψυχή μου, είναι πιο ελαστικός. Τώρα πια μου έχει τέτοια εμπιστοσύνη μου λέει «Κάνε ό,τι θες». Μου κλείνει το μάτι ό,τι και να συμβεί. Ξέρει πως δεν θα ξεπεράσω τα όρια, δεν θα καβαλήσω τις ατάκες των άλλων, δεν θα κλέψω, που κλέβουν οι άνθρωποι τις σκηνές από τους άλλους. Αυτό δεν το κάνω εγώ, δεν το κάνω. Θέλω να πω, έτσι συμπεριφέρομαι στη ζωή. Είναι θέμα του πώς ζω. Ξέρει ο Νίκος πολύ καλά. Ξέρει πολύ καλά και με εμπιστεύεται. Άμα ο Νίκος εμπιστευτεί… Γι’ αυτό και εργάζεται με ένα team συγκεκριμένο.
TL: Έχετε μια πολύ προσωπική ματιά πάνω στο ωραίο, στο παράξενο και στο καθημερινό. Τι είναι αυτό που μπορεί να σας κάνει να κοιτάξετε ένα φαινομενικά ασήμαντο αντικείμενο και να δείτε μέσα σε αυτό τέχνη;
Α.Π.: Η ελευθερία που μεγάλωσα από μικρός. Δηλαδή κανείς δεν μου έβαλε όρια. Οπότε, μη βάζοντάς μου όρια, είχα τη ματιά μου. Δεν μου είχαν πει «αυτό ή εκείνο απαγορεύεται». «Είσαι αγόρι, θα είσαι…έτσι, δεν θα χαμογελάς». «Είσαι αυτό, δεν θα κάνεις εκείνο». «Είσαι άντρας, δεν θα μιλάς πολύ». «Είσαι γυναίκα…» Εμένα με άφησαν από το σπίτι με μια ελευθερία να μπορώ να βλέπω όλες τις όψεις ενός πράγματος, μιας κατάστασης. Και αυτό είναι καλό και εκείνο είναι καλό και το άλλο είναι καλό. Αλλά μπαίνει και το κακό. Δηλαδή, αυτή η δύναμη που δίνει αυτό το χάρισμα και στα εικαστικά, να μη στέκομαι και να παγιώνω το πράγμα. Είναι ρευστό. Είναι ρευστή η γνώμη.
TL: Σε σχέση με τα εικαστικά του σήμερα, γιατί χάζευα κάποια έργα σας, κάποιες αναρτήσεις στο Facebook.
Α.Π.: Αυτό είναι… σαν ημερολόγιο. Σαν μικρά έργα τέχνης. Και το κάνω καθημερινά.
TL: Δεν ξέρω πώς, μου ήρθαν δύο πράγματα τώρα στο μυαλό. Από τη μία η ειρωνεία, η πολύ λεπτή ειρωνεία με την οποία σχολιάζετε κάποια πράγματα. Τόσο λεπτή που μερικές φορές μπορεί να μη γίνει και αντιληπτή.
Α.Π.: Ακριβώς, ακριβώς. Να μην είναι όλα αντιληπτά… Λέω στη Μαρία Κάλλας, ας πούμε: «Μαρία, τα έπλυνες τα πιάτα; Θα τα πλύνεις και θα πεις κι ένα τραγούδι». Δηλαδή να είναι όλα ευγενικά. Η ευγένεια μ’ αρέσει πολύ.
Στα σαράντα ήμουν στη μεγαλύτερη έκθεση του κόσμου, στην Μπιενάλε της Βενετίας. Δεν επαναπαύτηκα. Θα μπορούσα να κάθομαι. Είναι και τύχη. Εγώ βέβαια είμαι αυτό που είμαι, αλλά είναι και τύχη. Συναντήθηκαν στον δρόμο… Είδα ότι υπάρχει κι ένα άστρο. Εγώ πιστεύω σ’ αυτά τα πράγματα. Υπάρχει μια διεργασία. Αυτό είναι το νόημα του καλλιτέχνη, να τον δεις στη διεργασία που παράγονται αυτά. Από τι παράγεται αυτό. Εγώ το δείχνω όλο το πράγμα. Πώς παράγεται, πώς έχει πολλές όψεις, πώς γίνεται, πώς δεν κολλάει, πώς πετάει.
Αυτό το βρήκα από πολύ νωρίς στη ζωή μου, από τη δασκάλα μου, την κυρία Λουίζα Μπασδέλη. Αυτή με ξεχώρισε αμέσως. Και τώρα, μετά από καιρό, μου το λένε κάτι συνομήλικοί μου, έλεγε: «Αυτό το παιδάκι κάτι έχει. Κάτι καλό θα γίνει αυτό. Δεν είναι συνηθισμένο παιδί». Είχα μια ικανότητα στα χέρια, να κάνω γλυπτά, να τραγουδάω, έκανα ζωγραφικές, κατάλαβα από πολύ νωρίς τι είναι να είσαι καλλιτέχνης. Ήμουνα πρώτος σε αυτά. Και αυτή την ευτυχία που ένιωσα κάνοντας όλα αυτά, δεν την πρόδωσα ποτέ. Αφού ήμουν ευτυχισμένος έτσι. Γιατί να το χάσω αυτό; Θα γίνω μόνο ζωγράφος ή μόνο ηθοποιός ή μόνο αυτό; Θα κάνω αυτά που έκανα στα πέντε, έξι, επτά, οκτώ. Και θα είμαι ευτυχισμένος.
TL: Το σκέφτομαι τις τελευταίες μέρες: ότι είστε άχρονος. Δεν είναι μια εποχή, αυτή η εποχή, εκείνη η παλιά ή η τωρινή.
Α.Π.: Αυτό είναι. Μπορώ να είμαι παντού. Με την ίδια διάθεση, με την ίδια χαρά αλλά και με την ίδια δουλειά. Δεν είναι κάτι απλό. Να έχεις το βάθος αυτό. Ένα παιχνίδι με το χρόνο, με το γούστο.
TL: Δεν έχετε χάσει ποτέ αυτή την αίσθηση του παιχνιδιού.
Α.Π.: Ποτέ.
TL: Πώς προστατεύεται αυτή η παιδικότητα που έχετε μέσα σ’ έναν χώρο που πολύ συχνά γίνεται σοβαρός, πολύ σοβαρός με τον εαυτό του;
Α.Π.: Θα σας πω κάτι που δεν το έχω πει ποτέ. Αυτό έχει σχέση με το πώς στέκεσαι ερωτικά απέναντι… πώς είναι ο ερωτικός σου εαυτός. Αυτό ίσως να είναι και πρωθύστερο. Δηλαδή, επειδή ο έρωτας και οι σχέσεις σε διαλύουν, κρατάς εσύ την ψιλή κυριότητα, όπως είναι στα οικοδομήματα. Ποτέ δεν παραιτήθηκα από την ψιλή κυριότητα. Ποτέ δεν είπα ότι θα παραδώσω το όλο. Είπα: «Το κτίριο αυτό είναι δικό μου. Το έχω χτίσει, το αγαπάω, το πονάω, το σέβομαι, και οτιδήποτε άλλο είναι δεύτερο». Είναι μια απόφαση αυτό. Την οποία πήρα πάρα πολύ μικρός. Με την έννοια ότι δεν μπορώ… Θέλω το ουσιαστικό, δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Τον χρόνο τον έχω για την τέχνη, όχι για τη ζωή.
TL: Ναι, αλλά η δική σας ζωή είναι η τέχνη.
Α.Π.: Όταν το κρατήσεις στο κομμάτι της τέχνης, γίνεται και στη ζωή. Έχει γίνει ένα πια.
TL: Έχετε από μικρός ένα θάρρος στη ζωή. Από πού το πήρατε αυτό;
Α.Π.: Θα σας πω. Έχει σχέση με τη Μαρία Κάλλας. Το θάρρος. Είχα πέντε θείες. Οι πέντε Μοίρες τις έλεγα εγώ. Αυτές ήταν της καλής κοινωνίας της Αθήνας, η μία έγινε δικηγόρος, η μία φαρμακοποιός, η μία ήταν στην Εθνική Τράπεζα. Αυτά πριν από το ’30. ’35 και ’40. Η μητέρα μου, που ήταν πρώτη ξαδέρφη με αυτές, ήταν πιο μικρή από όλες. Αυτές είχαν την τύχη από τον Θεό όχι μόνο να σώσουν ‒έσωσαν κυριολεκτικά‒ τη Μαιρούλα Καλογεροπούλου, όπως τη λέγανε από μικρή. Δεν βρήκανε να πούνε μια καλή κουβέντα ποτέ γι’ αυτή τη γυναίκα. Δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Την παρακολούθησαν σε μεγάλες σκηνές. Να πούνε «το θαύμα αυτό»; Τίποτα. Για να μην υποβιβάσουν τον εαυτό τους. Ήταν δίπλα σ’ ένα θαύμα.
Κάποια στιγμή είπα στη θεία Πέπη: «Να πάρει ο Ωνάσης την Τζάκι και να μην πάρει τη Μαρία;» Και μου λέει: «Άγγελε, η Τζάκι είναι πρώτη κυρία της Αμερικής, η άλλη τι ήταν; Μία τραγουδίστρια».
Δεν τις κατηγόρησα τότε. Κατάλαβα την αδυναμία. Μετά έβλεπα την Κάλλας που μιλούσε με τον Κένεντι ή τον Τσόρτσιλ και λέω: «Αυτό το κορίτσι…» μεγάλωσε με τις θειάδες μου, την έσωσαν. Άρα κι εγώ μπορώ να κατακτήσω τον κόσμο. Δηλαδή, με ένωνε με το μεγαλείο. Η φωνή της είναι σαν τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή.
Γιατί αυτό είναι τέχνη: είναι να μπαίνεις μέσα και να δείχνεις τον κόσμο με άλλα μάτια. Το να κάνεις ένα ωραίο έργο, δεν λέει τίποτα. Να βοηθήσεις τους ανθρώπους να δουν μια άλλη εκδοχή του κόσμου. Εκεί μετράει ο καλλιτέχνης. Κάνε κάτι να δείξει τις σχέσεις των ανθρώπων, το πάθος, τη χαρά, τη σαχλαμάρα, το κέφι. Να μπεις σε μια δίνη μέσα. Λίγοι μπαίνουν.
Εγώ έχω μερικά ινδάλματα. Τον Καβάφη, τον Σολωμό, τον Χαλεπά, την Κάλλας, τον Μαυροΐδη, απ’ τους τελευταίους. Δηλαδή άνθρωποι που για μένα είναι άγιοι με τη δουλειά τους. Που αλλάξανε… Αυτοί οι άνθρωποι που μας βοήθησαν να δούμε τον κόσμο. Η όπερα, ας πούμε, τι ήταν; Κάτι κυρίες που τραγουδάγανε. Και αυτή το έκανε πάθος, το έκανε λυγμό, το έκανε ζωή.
Όταν τραγουδάει η Γιαπωνεζούλα το «Μια μέρα θα δούμε ένα καράβι…» στη «Μαντάμα Μπατερφλάι», ας πούμε, ήταν κάποια καλά κοριτσάκια και είπαν: «Ω, αϊ, ταρατατί, τι, τι…» Και μπαίνει η Κάλλας και τραγουδάει σαν πέντε νταλικέρηδες. Γιατί; Όλου του κόσμου ο πόνος. Το «Μια μέρα θα δούμε ένα καράβι…» δεν το βάζεις στο μικρό, το ερωτικό. Το ανοίγεις σε όλο τον κόσμο. Τηρουμένων των αναλογιών, όταν φτιάχνω ένα έργο, δεν το κάνω για μένα… Το κάνω για όλο τον κόσμο.
TL: Είχατε την τέχνη μέσα στο σπίτι σας;
Α.Π.: Καθόλου. Τι εννοώ; Κατ’ αρχάς, το δράμα μου ήταν ότι είχα δύο γονείς καλλονούς. Όταν λέμε καλλονούς, ήταν κάτι εξωπραγματικό. Μου έλεγαν ο Γιάννης Σπανός, ο Βλάσης Κανιάρης και άλλοι καλλιτέχνες: «Όταν ήταν η μητέρα σου… ερχόμασταν να τους δούμε να περπατάνε στον δρόμο». Ήταν δύο πανέμορφα παιδιά. Και όχι μόνο, πανέμορφα και στην ψυχή. Όχι όμως «χαζοί αθώοι». Ήταν άκακα παιδιά. Τους άρεσαν τα τραγούδια, πηγαίνανε όπερα, αλλά ποτέ οι ίδιοι δεν είχαν ασχοληθεί με την τέχνη. Ποτέ. Ούτε η μητέρα μου εργάστηκε ποτέ. Ήταν μια όμορφη γυναίκα. Εγώ ήμουνα πολύ χαριτωμένος, ήμουνα συμπαθητικός. Η μάνα μου σαν τη Μέριλιν Μονρόε. Πώς ήταν η Μέριλιν Μονρόε; Αφού μια φορά ένας ψυχασθενής τη χαστούκισε μέσα στον δρόμο. Τον πήγαν στην αστυνομία και λέει: «Από αγάπη το έκανα». Μα ήταν τόσο όμορφη. Και η καλοσύνη τους ήταν των άκρων. Η ψυχή τους ήταν η ίδια. Το προσπάθησα αυτό. Τους είχα πρότυπα. Το λέω τώρα που βγάζω όλα τα βαθιά σε σας αυτή τη στιγμή. Ήταν τόσο δίπλα μου που εγώ έπρεπε να τους φτάσω. Ήθελα κι εγώ να φανώ αντάξιός τους. Γι’ αυτό και προχώρησα. Ο αδερφός μου ήταν κάτι ασύλληπτο. Με δύο γκριζοπράσινα μάτια τέτοια, πολύ σκούρα μαλλιά. Αθλητικός, έπαιζε τέννις κ.λπ. Βγάζαμε μια φωτογραφία: εγώ, ο αδερφός μου… Και βλέπεις έναν τριανταπεντάρη, τον πατέρα μου, έναν δεκαοχτάρη τον αδελφό μου κι έναν πενηντάρη, δηλαδή εμένα.
TL: Έχετε πει όμως, εμένα αυτό μου είχε κάνει εντύπωση και θέλω να σας το πω, ότι είπε ο πατέρας σας μόλις σας είδε στο μαιευτήριο στη μητέρα σας, «Καλά, θα κάνουμε κι άλλο».
Α.Π.: Ναι.
TL: «Καλά, θα κάνουμε κι άλλο». Και το λέτε με έναν τρόπο… Άλλοι θα έτρωγαν όλη τους τη ζωή στην ψυχοθεραπεία γι’ αυτή τη φράση και εσείς το περάσατε…
Α.Π.: Μου έλεγε η μάνα μου πάντα: «Παιδάκι μου, δεν με κουράζεις καθόλου». Ενώ ο άλλος… Εγώ: Ένα μαύρο πράγμα, με τρίχες παντού. Στην πλάτη τρίχες και μια ουρά. Και έκλαιγα οχτώ μήνες. Σιγά σιγά έφτιαξα, βέβαια. Αλλά και το φτιάξιμο ήταν πιο πολύ η εξυπνάδα μου, ας πούμε, και η ταχύτητά μου που με κάνανε να είμαι ισότιμός τους. Αναγκάστηκα να γίνω έτσι για να τους φτάσω.
TL: Για να τους φτάσετε.
Α.Π.: Από ευγένεια, δηλαδή, «θέλω κι εγώ να είμαι σ’ αυτή την οικογένεια». Ποτέ δεν ένιωσα ότι είμαι εκ γενετής καλός. Αφού λοιπόν δεν μπορούσα να είμαι καλός, εγώ το προσπάθησα.
TL: Σας λείπουν; Η συνθήκη αυτή της οικογένειας που ζήσατε;
Α.Π.: Χόρτασα οικογένεια. Αν ήξερα ότι θα βγάλω χρήματα, θα έκανα οικογένεια. Και παιδί, οπωσδήποτε. Αλλά επειδή πίστευα ότι οι καλλιτέχνες πεθαίνουν στην ψάθα, ήμουν σίγουρος, και επειδή είχα μεγαλώσει σε αστική οικογένεια, ήταν όλοι επιστήμονες, επιχειρηματίες, είχαμε απίστευτη οικογένεια και μεγάλα σόγια και τέλος πάντων, είχα στο μυαλό μου: «Εγώ θα πεθάνω στην ψάθα». Δεν θα πάρω άλλον στον λαιμό μου. Είχα μάθει τα παιδιά να έχουν άνεση. Πού να φανταστώ; Έβγαλα και βγάζω λεφτά. Θα μπορούσα να έχω πέντε παιδιά. Έχω κάνει σπίτια, δηλαδή έχω βοηθήσει φίλους. Το κάνω αυτό. Το χρήμα μού έδωσε μια ευκαιρία να προσφέρω.

TL: Και όταν πήρατε γάτα… Πείτε μας γι’ αυτή τη σχέση. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση σας με τη Μίκρα;
Α.Π.: Στο αυτοκίνητο που με έφερνε στο σπίτι η Μελίνα Τανάγρη, ακούμε ένα «νιάου». Βλέπουμε τρία γατάκια. Ένα ζωντανό, ένα μισοπεθαμένο κι ένα σχεδόν ψόφιο. Τα μαζεύω και τα τρία. Τα πάω σπίτι χωρίς να ξέρω τίποτα. Τα πλένω με χλιαρό νερό. Τα στεγνώνω με το πιστολάκι. Με τις δικές μου ικανότητες, φαίνεται ότι ξέρουμε από άλλες ζωές, επέζησαν και τα τρία.
Όταν άρχισαν να ερωτοτροπούν, έχω δύο φίλους, ένα ζευγάρι αρχιτεκτόνων στην Ακράτα, έχουν ένα κτήμα τεράστιο, τα πήγα εκεί. Και πάω να τα δω μετά από τρεις μήνες. «Το μικρό, κύριε Άγγελε, χάθηκε». Έφυγε, λέει, προχθές… γιατί έγινε πλημμύρα στο κτήμα, έγινε χαμός. Το πόσο στενοχωρήθηκα… Κάπως καθόμαστε εκεί. Από κάτι χαλάσματα βγαίνει η Μίκρα, δηλαδή το πιο μικρό απ’ όλα, και αρχίζει να νιαουρίζει επιτακτικά, αυτό ήταν, την πήρα αμέσως σπίτι. Στείρωση, στον καλύτερο γιατρό. Και έκτοτε, δηλαδή δεκατέσσερα χρόνια τώρα, μου έχει αλλάξει τη ζωή… Μόλις μείνω για μία στιγμή χωρίς σκέψη, χάσω τον ειρμό μου, έρχεται στα χέρια μου. Ακούει την ακινησία και τρέχει.
TL: Άρα, τι είναι η Μίκρα για σας; Τι θα λέγατε;
Α.Π.: Άνθρωπος. Μια ζωή. Μια ζωή κανονική, που τη σέβομαι, την προσέχω, την περιποιούμαι.
TL: Να ρωτήσω: τι σας έχει διδάξει το θέατρο για τους ανθρώπους που δεν σας το έχει διδάξει η ζωγραφική ή η εικαστική τέχνη;
Α.Π.: Η αμεσότητα που έχει το θέατρο δεν ξεπερνιέται με τίποτα. Ούτε αλλάζει. Αν δεν είχα γνωρίσει τον Καραθάνο… Όχι μόνο ο Νίκος και οι άλλοι σκηνοθέτες που συνεργάστηκα, αλλά ο Νίκος μού άνοιξε την πόρτα του πραγματικού θεάτρου. Και μου έδωσε αμεσότητα. Δηλαδή σφράγισε την είσοδό μου στο θέατρο και μου έδωσε το χρίσμα του ηθοποιού.
TL: Και τι σας έχει μάθει η εικαστική τέχνη που παίρνετε μαζί σας σε κάθε ρόλο; Υπάρχει κάτι;
Α.Π.: Ναι, βοηθάει. Και έχω ένα πλεονέκτημα απέναντι στους άλλους. Γιατί εγώ μπορώ να δω τον εαυτό μου σαν γλυπτό μέσα στον χώρο. Ξέρω πολύ καλά πώς θα στρίψω το σώμα μου. Ξέρω ανά πάσα στιγμή το σώμα. Ξέρω τις κινήσεις. Πώς θα καθίσει. Πώς θα καμπουριάσει. Το έχω το γλυπτό μπροστά μου. Έχω στο μυαλό μου τα γλυπτά. Τα αρχαία γλυπτά. Τα ρωμαϊκά γλυπτά.
TL: Εγώ θυμήθηκα τώρα που είπατε για το γλυπτό, τον Απόλλωνα που έχετε κάνει. Και μου άρεσε τόσο πολύ που τον έβλεπα έτσι, που είναι λιωμένος.
Α.Π.: Λιωμένος. Ίσως να λέει: «Κουράστηκα να είμαι όρθιος και όμορφος. Να είμαι Απόλλωνας, κουράστηκα». Είχα ένα υπέροχο εργαστήριο, με πολύ φως, στο Κιάτο, στη θάλασσα. Είχα έναν φίλο που είχε το πρόσωπο αυτό, το πολύ όμορφο πρόσωπο. Και λέω να το κάνω αυτό. Πόση δουλειά… Δούλευα τρεις μήνες για να γίνει. Και έπαιρνα τα χέρια από τον έναν, τα πόδια από τον άλλον, γιατί άλλος φίλος είχε ωραία πόδια, άλλος είχε ωραία χέρια, άλλος είχε ωραίο κεφάλι. Και το ονομάζω «Απόλλων», δηλαδή Απ’ όλων (τα μέλη όλων που χρησιμοποίησα.) Αλλά είναι αυτός ο Νεοέλληνας που κοιμάται. Είχα ένα τέτοιο κέφι, τέτοια όρεξη. Αλλά και υγεία. Έχει σημασία αυτό το πράγμα. Έχει μεγάλη σημασία η υγεία για τέτοιες τέχνες. Όχι στο γράψιμο, αλλά για το τραγούδι, το θέατρο και τη γλυπτική. Η υγεία.
TL: Προσέχατε; Προσέχετε;
Α.Π.: Προσπάθησα να καπνίσω σαν τρελός. Είχα και σπίτι με κήπο και τους μάζευα όλους. Ήταν σαν τα σπιτάκια του Τάμπι. Θα θυμάστε, έχετε διαβάσει τον Τάμπι, τη «Μικρή Λουλού». Είχαν σπιτάκια σ’ έναν κήπο. Προσπάθησα να καπνίσω σαν τρελός. Τίποτα. Προσπάθησα να πιω, να μην ντρέπομαι. Σταγόνα αλκοόλ. Το σιχαίνομαι το αλκοόλ. Έκανα μια παρέα κάποτε στην Αθήνα και με διώξανε με τις κλοτσιές μετά από δύο χρόνια. Ήμουν τόσο χαρούμενος και πάντα φρέσκος. Αυτοί έκαναν χρήση. Μόλις κατάλαβαν ότι εγώ δεν παίρνω τίποτα με πετάξανε έξω από το σπίτι. Μου λέει μια γυναίκα: «Για να γίνω έτσι, πρέπει να πάρω τρεις φορές κοκαΐνη».
TL: Υπήρξε κάποιος ρόλος, κάποια παράσταση, ένα έργο που, όταν ολοκληρώθηκε, αισθανθήκατε ότι σας έχει αλλάξει προσωπικά σε κάτι;
Α.Π.: Στο «Ξενία» του Κούτρα. Όταν με πήρε ο Κούτρας να παίξω, είχαν αρνηθεί δύο ηθοποιοί… Ευτυχώς, Παναγία μου, και έτσι μπόρεσα να κάνω αυτόν τον ρόλο. Εγώ δεν ντρέπομαι ποτέ. Συναντηθήκαμε δεν τον ήξερα, δεν ήμασταν φίλοι, μου λέει: «Ξέρεις, Άγγελε, ο ρόλος είναι πολύ δεύτερος». Μία φίλη μου μου είχε πει: «Δεν ντρέπεσαι να παίξεις εσύ αυτό;» Ακόμα και όταν πήρα τον ρόλο, μου λέει: «Δεν είναι ρόλος για σένα αυτό». Και μου λέει ο Κούτρας: «Μήπως ντρέπεσαι να το κάνεις;» Του λέω: «Δεν ξεβρακώνομαι. Μόνο αυτό. Έχει ξεβράκωμα;» «Όχι». «Ωραία, όλα τα άλλα τα κάνω», του λέω.
TL: Μετά από τόσα έργα, τόσους ρόλους που έχετε κάνει, τόσες συναντήσεις, τι εξακολουθεί να σας προκαλεί εκείνη την ανάγκη να πείτε «αυτό θέλω να το κάνω»;
Α.Π.: Ο άνθρωπος που μου το προτείνει μετράει. Η ανθρώπινη σχέση.
TL: Άρα αυτό είναι το βασικό κριτήριο για όλα.
Α.Π.: Ναι. Τώρα κάνω τρία πολύ σημαντικά πράγματα. Το “Τζένη Τζένη”. Τελείωσα μια ταινία με τον Φρέντυ Βιανέλλη και θα πάει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Λέγεται «Άγγελος στα πέριξ». Κάνω μια βόλτα στον κόσμο με μια ματιά καλοσύνης. Είναι ό,τι ωραιότερο έχω κάνει. Και δεν φτάνει μόνο αυτό. Έχω κάνει και ηχογραφήσεις για ένα CD που θα βγάλουμε με τον Θράσο Καμινάκη.
TL: Το θέμα της έκθεσης. Κάνετε ένα πράγμα που εκτίθεστε, έτσι, από πολύ νωρίς. Μαθαίνει ποτέ κανείς να μη φοβάται την κρίση των άλλων;
Α.Π.: Αυτό πρέπει να ξεπεραστεί. Αυτό κι εγώ το παλεύω. Ναι. Λέω, αφού είμαι με τόσο ικανούς και είμαι με τόσο καλούς γύρω γύρω… Γιατί είναι πολύ εύκολο να γελοιοποιηθείς. Είναι πολύ κοντά. Και το καλό να γελοιοποιηθεί επειδή είσαι εσύ κακός. Το κλίμα γύρω γύρω πρέπει να σε βοηθάει. Να σε δουν σ’ ένα πλαίσιο καλό. Σ’ ένα πλαίσιο που να βοηθάει, να σε φωτίζει. Εδώ τώρα είμαι με διαμάντια. Από τη Χαρούλα μέχρι τη Ζέτα, από τον Λούλη μέχρι την Χατζηπασχάλη και την Κολιανδρή. Με όλους. Ο ένας καλύτερος από τον άλλον.

TL: Ποιες άλλες συναντήσεις θα λέγατε ότι είναι καθοριστικές για εσάς;
Α.Π.: Μεγάλη γνωριμία για μένα ήταν ο Ανδρέας Βουτσινάς. Με πήρε και με πήγε στην Επίδαυρο. Με είχε δει σε μία παράσταση και δεν μου έδωσε καμία σημασία. Ούτε καν με κοίταξε μετά. Και χτυπάει το τηλέφωνό μου μετά από μήνες για τις «Νεφέλες». «Αν μου πείτε όχι, δεν θα το κάνω», ακούω μια φωνή. Νόμιζα ότι κάποιος μου κάνει πλάκα. Το τι εμπιστοσύνη μου έδειξε. Που ήμουν ένα παιδί άσχετο.
Η αντίστοιχη κυρία Λουίζα όταν ενηλικιώθηκα ήταν η περίφημη Ελένη Βακαλό, αυτή η σοφή γυναίκα. Είχα την τύχη να πέσω σ’ αυτή. Και μου λέει: «Άγγελε, αυτά που κάνεις τώρα γίνονται στην Αμερική. Πώς τα κάνεις αυτά; Πώς έγινε αυτό το πράγμα;»
Μου έλεγε ο μεγάλος ο Μαυροΐδης… «Τι είναι αυτά που κάνεις εδώ;». Μου είπε: «Αυτά δεν είναι αστεία. Είναι σοβαρά». «Κι εγώ για σοβαρά τα κάνω». «Δεν με ξεγελάς εμένα», μου λέει. «Τους έχεις δώσει μια χαρούμενη όψη. Αυτά είναι πολύ βαριά πράγματα». Ερχόταν κάθε απόγευμα στην έκθεση που έκανα στις «Νέες Μορφές», στο Σύνταγμα. Έφερε τον Τσαρούχη, έφερε τον Κεσσανλή. Μου λέει ο Κεσσανλής «Ρε, αυτά γίνονται κάθε 200 χρόνια». Η σπουδαία Τζούλια Δημακοπούλου μου έκανε τις εκθέσεις.
TL: Άρα, την αποδοχή την είχατε, τη νιώσατε από νωρίς, έτσι δεν είναι;
Α.Π.: Δεν την είχα ανάγκη την αποδοχή. Την είχα από το σπίτι μου. Την είχα στο σχολείο. Δηλαδή στο σχολείο μου ήμουνα παιδί… Ήμουνα πρώτος στο σχέδιο, πρώτος στη ζωγραφική, πρώτος στο τραγούδι. Ο καλύτερος.
TL: Είχατε και την αποδοχή του εαυτού σας όμως.
Α.Π.: Και είχα πίστη.
TL: Ήσασταν έτσι πάντα καλά με τον εαυτό σας;
Α.Π.: Ήμουν καλά. Ναι. Γιατί τον εαυτό μου τον χτύπαγα κάτω σαν σκυλί. Και έβλεπα, φυλαγόμουν. Δεν μ’ άρεσε να κουτσομπολεύω, να λέω πράγματα, να λέω ψέματα… Κάπως είχα μια σοβαρότητα που είχα πάρει από τον πατέρα μου και από τη μάνα μου. Σοβαροί άνθρωποι.
TL: Θέλω να ρωτήσω: στη διαδρομή σας έχετε συναντήσει πολλές διαφορετικές γενιές καλλιτεχνών. Τι βλέπετε στους νέους δημιουργούς που σας δίνει ελπίδα και τι θα θέλατε να τους δείτε να διεκδικούν περισσότερο;
Α.Π.: Κατ’ αρχάς, αγαπώ τους νέους. Δεν τους κάνω παρέα όμως. Δεν μου αρέσει να κάνω παρέα με νέα παιδιά. Έχω μια αμηχανία. Ντρέπομαι, δηλαδή. Έχω μια ντροπή να είμαι… γιατί είναι τεράστια η διαφορά. Δεν μπορώ να είμαι κοντά σ’ ένα παιδί. Άλλη γλώσσα. Δεν μπορώ. Από μικρός ντρέπομαι. Σέβομαι θα έλεγα περισσότερο. Αρχίζω πια από τα είκοσι πέντε και μετά την κουβέντα με τα νέα παιδιά, που είναι άντρες και γυναίκες και έχω το θάρρος να τους πω και δυο-τρία πράγματα. Τους προτρέπω να βρουν έναν δάσκαλο. Εμένα αυτή ήταν όλη μου η «επιτυχία» στη ζωή. Την κυρία Λουίζα μού την έδωσε ο Θεός, αλλά μετά τους άλλους τους βρήκα εγώ. Να βρουν έναν άνθρωπο. Να ψάξουν. Να μη μένουν σε αυτόν τον βλάκα που μπορεί να σου τύχει σε ένα σχολείο. Να ψάξουν για δασκάλους. Φίλους της οικογένειας, της μαμάς τους, του μπαμπά του, κάποιον που να έχει βιβλιοθήκη. Να πουν: «Δώστε μου να διαβάσω κάτι, δώστε μου να κάνω κάτι».
TL: Έτσι όπως βλέπετε τα πράγματα, τι θα θέλατε να διεκδικήσουν περισσότερο για τη ζωή τους στην εποχή αυτή που ζούμε;
Α.Π.: Να μην ομογενοποιούνται. Να μην είναι όλα ίδια. Και τα ερωτικά τους να μην είναι… Να μη λένε πιτσιρίκια πράματα «η αρραβωνιαστικιά μου». Και το σκέφτονται ακόμα έτσι και οι γονείς. Είναι αμαρτία.
TL: Είναι βαθιά συντηρητική ακόμα η ελληνική κοινωνία;
Α.Π.: Είναι. Αλλάζει αλλά δεν μπορεί να αλλάξει αυτό σε μια μέρα. Όχι όμως σε αυτό που λέμε «συμπερίληψη». Είχα μια κουβέντα τώρα… «συμπερίληψη». Κάναμε ένα live και λέω: «Παιδιά, συμπερίληψη; Είναι ένα πανηγύρι. Το πανηγύρι που γίνεται στο χωριό, αυτό είναι συμπερίληψη». Δεν είναι τα σεξουαλικά ή τα ερωτικά.
Η τέχνη που λέτε queer… Ποιο queer; Η αρχαία ελληνική τέχνη. Όλη η αρχαία ελληνική τέχνη είναι queer. Θα μου βρείτε την queer τέχνη σήμερα; Υπάρχει πιο queer από την αρχαία ελληνική τέχνη; Πείτε μου. Τώρα θα ανακαλύψουμε αυτά τα πράγματα; Τι είναι αυτά τα πράγματα; Το λέω ξεκάθαρα. Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας. Έχω μια περηφάνια που μιλάω ελληνικά. Αυτό με θρέφει. Η ελληνική γλώσσα. Η ελληνικότητα, είναι ένας χώρος τόσο πλούσιος. Έτσι και μπεις σ’ αυτό το πράγμα, δεν μπορείς να βγεις.

TL: Τι είναι η ελληνικότητα όμως;
Α.Π.: Είναι ένας τρόπος ζωής. Ένας κώδικας ζωής. Η μαγειρική, η μουσική, η εξωστρέφεια, η κουβέντα, το ντύσιμο, το χιούμορ, η ζωή. Ένας κώδικας. Όχι σκοτεινά πράγματα.
TL: Σας έφερε ποτέ κανείς σε δύσκολη θέση; Σας έκανε να νιώσετε άβολα;
Α.Π.: Ούτε στην δουλειά μου, ούτε στην προσωπική μου ζωή. Αλλά φυλάγομαι. Εννοώ εγώ δεν μπορώ να είμαι αγενής με κάποιον άνθρωπο. Θυμάμαι ανθρώπους σκληρούς, θηρία, ναρκομανείς… δεν είχα ποτέ πρόβλημα. Ίσως γιατί έβλεπαν ότι δεν προσποιούμουν ποτέ τίποτα. Δεν ήμουν ποτέ προκλητικός. Μπαίνω πάντα στο πρόβλημα του άλλου, με αγάπη. Επίσης, θέλω να πω κάτι ακόμα. Έχω μια απέχθεια στον πλούτο. Οι συνήθειες των πλουσίων με αηδιάζουν. Θα σας πω κάτι που μπορεί να γελάσετε. Δεν ερωτεύτηκα και δεν μπορώ να ερωτευτώ άνθρωπο ο οποίος είναι πλούσιος. Σας λέει κάτι αυτό; Και καλοί άνθρωποι να είναι και να θέλω, δεν μπορώ. Ο πλούσιος για μένα είναι αντιερωτικός, πάντα ήταν. Είχα φίλους πλούσιους, πάμπλουτους. Οι περισσότεροι χάθηκαν στον δρόμο. Αυτή η άπλα, αυτό το χρήμα τους έκανε στο τέλος θύματα.
TL: Υπάρχει κάποια αρχή ζωής που έχετε, κάποια σκέψη, κάτι στο οποίο επιστρέφετε όταν τα πράγματα δυσκολεύουν… Υπάρχει κάτι που έχετε;
Α.Π.: Τώρα γρήγορα, χωρίς σκέψη, μου ήρθε να πω: τα τραγούδια.
TL: Αν η καθημερινότητά σας είχε soundtrack, τι μουσική θα έπαιζε πιο συχνά;
Α.Π.: Οπωσδήποτε θα έπαιζε όπερα, αλλά με την Κάλλας πάντοτε. Ρεμπέτικα. Και ελαφρά. Και κάπου κάπου ένα δημοτικό. Όλη η γκάμα ελληνική.
TL: Τι θεωρείτε μεγαλύτερη πολυτέλεια στη ζωή;
Α.Π.: Σίγουρα την καθημερινή διαβίωση. Καθαριότητα, καλό φαγητό, ένας τρόπος ζωής ανθρώπινος. Εγώ όλα αυτά τα κάνω μόνος μου.
TL: Η φιλία;
Α.Π.: Η φιλία είναι υπ’ αριθμόν ένα. Μου έλεγε ο Βουτσινάς, να μη σε είχα γνωρίσει πολλά χρόνια πριν; Είχα βάλει τον έρωτα πρώτο και καταστράφηκα. Για μένα πάνω από όλα είναι η φιλία. Αν προκύψει και ερωτικό ακόμα καλύτερα, αλλά να θυμάσαι πάντα πρώτα η φιλία. Το λέω σε όλο τον κόσμο. Να προσέχετε τους φίλους σας. Και βέβαια και αυτές χάνονται πότε πότε.
TL: Μεγαλώνοντας, αισθάνεστε ότι ο άνθρωπος γίνεται περισσότερο ο εαυτός του ή ότι μαθαίνει απλώς να συμβιβάζεται καλύτερα με αυτόν;
Α.Π.: Ο εαυτός μας είναι πάντα εκεί και μας περιμένει. Δεν αλλάζει ο πραγματικός εαυτός. Είναι στο χέρι μας ή να τον πλησιάσουμε ή να απομακρυνθούμε. Γιατί πια έχουμε μεγαλώσει. Πόσο να κρυφτείς απ’ τον εαυτό σου; Μέχρι τα τριάντα, άντε τα σαράντα; Να πω ψέματα τώρα; γιατί να σε κοροϊδέψω; Πόσο θα πεις ψέματα; Να πεις στα δεκαοχτώ, στα δεκαεννιά, στα είκοσι, στα είκοσι πέντε, τριάντα πέντε, σαράντα πέντε… Ε, ναι. Αλλά στα εβδομήντα πέντε θα πεις ποιος είναι ο εαυτός σου.
TL: Και με τον χρόνο; Πώς τα πάτε;
Α.Π.: Ζω σ’ ένα μόνιμο παρόν. Ενώ θυμάμαι κάθε γεγονός του παρελθόντος, ζω σ’ ένα μόνιμο παρόν. Τώρα είμαι εδώ. Δεν είμαι και κάπου αλλού. Τώρα δεν ξέρω ποιος είμαι, πόσο χρόνων είμαι, αν είμαι ψηλός, αν είμαι άσχημος, αν έχω λεφτά, αν είμαι άρρωστος. Τώρα αυτό που κάνουμε καλεί όλο μου τον χρόνο σ’ αυτό. Είμαι παρών. Μ’ αρέσει να είμαι παρών. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι παρόντες. Δηλαδή αυτό το πράγμα, όταν το καταλάβεις ότι ο άλλος δίπλα σου δεν σ’ ακούει, δεν σε προσέχει… Έχω πετάξει φίλους μου και φίλες μου έξω… Εγώ σου δίνω τον πολύτιμο χρόνο μου και είμαι παρών. Και εσύ τι μου δίνεις; Την απουσία σου; Εκτός πια αν παρηγορείς κάποιον ή κάποια φίλη και λες: «Ό,τι και να γίνει, είμαι εκεί».
TL: Είστε ο ορισμός αυτού που λέμε ζωή. Αυτά τα τρία γράμματα.
Α.Π.: Μα το έχω κατακτήσει αυτό το πράγμα. Το έχω κατακτήσει. Έχω παλέψει. Έχω παλέψει πολύ.
TL: Δηλαδή σκεφτόμουν να σας ρωτήσω για τον θάνατο. Δεν θέλω. Τι να ρωτήσεις;
Α.Π.: Τι να πω; Μου αρέσει αυτό που είχε πει ο Εγγονόπουλος, που λέει: «Ως προς εμέ θάνατος δεν υπάρχει». Το είχε πει ο πατέρας μου εμμέσως αυτό. «Δεν βαριέσαι; Όποιος μείνει». Αυτό. Μεγαλύτερο μάθημα δεν υπάρχει. Δηλαδή… Τι θαυμάζεις; Αφού δεν θα μείνει κανείς. Λέει: «Όποιος μείνει». Δεν θα μείνει κανείς.

















