Στις 12 Σεπτεμβρίου 1866, στο Niblo’s Garden της Νέας Υόρκης, έκανε πρεμιέρα το “The Black Crook”, μια παράσταση που συχνά αναφέρεται ως μία από τις πρώτες μορφές του αμερικανικού musical. Δεν ήταν musical με τη σημερινή έννοια, αλλά αποτέλεσε ένα εντυπωσιακό υβρίδιο: μελόδραμα, τραγούδι, χορός, μπαλέτο, φαντασμαγορικά σκηνικά, μηχανισμοί σκηνής και θεαματικά κοστούμια ενώθηκαν σε ένα ενιαίο θέαμα.
Η ιστορία του έργου είχε στοιχεία μαγείας, ρομαντισμού και σκοτεινής φαντασίας, όμως αυτό που το έκανε πραγματικά ξεχωριστό ήταν η παραγωγή του. Το κοινό της Νέας Υόρκης δεν πήγαινε απλώς να δει μια πλοκή· πήγαινε να δει ένα υπερθέαμα. Οι σκηνικές αλλαγές, οι χορευτικές σκηνές και η μεγάλη διάρκεια της παράστασης δημιούργησαν την αίσθηση ενός θεάματος που ξεπερνούσε τα όρια του κλασικού θεατρικού έργου.
Η επιτυχία ήταν τεράστια. Το “The Black Crook” παίχτηκε για εκατοντάδες παραστάσεις, κάτι εντυπωσιακό για την εποχή, και έδειξε στους παραγωγούς ότι το αμερικανικό κοινό διψούσε για μεγάλες, μουσικοχορευτικές παραγωγές. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται μια παράδοση που αργότερα θα οδηγούσε στο Broadway musical.
Σήμερα, το έργο έχει ιστορική σημασία όχι επειδή μοιάζει απόλυτα με τα musicals που γνωρίζουμε, αλλά επειδή άνοιξε τον δρόμο για τη σύνδεση θεάτρου, μουσικής, χορού και θεάματος σε μεγάλη εμπορική κλίμακα. Για πολλούς, το “The Black Crook” είναι η στιγμή όπου το αμερικανικό θέατρο άρχισε να ονειρεύεται πιο μεγάλα, πιο λαμπερά και πιο μουσικά.
















